Η πνευματική αρχή της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
Η Κυριακή της Τυρινής αποτελεί το κατώφλι της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Η Εκκλησία προβάλλει ενώπιόν μας δύο θεμελιώδεις αλήθειες: την έξωση των Πρωτοπλάστων από τον Παράδεισο (Γεν. 3:1–24) και το Ευαγγέλιο της συγγνώμης, της νηστείας και του αληθινού θησαυρού (Ματθ. 6:14–21). Η λειτουργική αυτή σύζευξη δεν είναι τυχαία· αποτελεί βαθιά θεολογική παιδαγωγία. Η πτώση και η επιστροφή συνδέονται άρρηκτα. Η μνήμη της εξώσεως δεν οδηγεί σε απόγνωση, αλλά σε μετάνοια.
Ο Παράδεισος δεν υπήρξε απλώς τόπος ευφορίας· υπήρξε τρόπος ζωής εν κοινωνία με τον Θεό. Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε για σχέση, για αναφορά, για ελεύθερη υπακοή. Η εντολή του Θεού δεν περιόριζε την ελευθερία· την προστάτευε. Όταν όμως ο άνθρωπος επέλεξε την αυτονόμηση, η σχέση διαρρήχθηκε. Η απόκρυψη, η μετάθεση ευθύνης και ο φόβος φανερώνουν ότι η αμαρτία δεν είναι νομική παράβαση, αλλά τραύμα κοινωνίας. Η έξωση από τον Παράδεισο αποτελεί το υπαρξιακό αποτέλεσμα αυτής της ρήξεως. Ο θρήνος του Αδάμ έξω από τον Παράδεισο εκφράζει τον πόνο κάθε ανθρώπου που βιώνει την αποξένωση από την πηγή της ζωής.
Στο Ευαγγέλιο της ημέρας, ο Κύριος δεν αναφέρεται απευθείας στην πτώση υποδεικνύει όμως την οδό της αποκαταστάσεως. «Εάν αφήτε τοις ανθρώποις τα παραπτώματα αυτών, αφήσει και υμίν ο Πατήρ υμών ο ουράνιος» (Ματθ. 6:14). Η συγγνώμη τίθεται ως προϋπόθεση της θείας συγχωρήσεως. Εκεί όπου η πτώση γεννήθηκε από τη διακοπή της σχέσεως, η επιστροφή αρχίζει από την αποκατάσταση της σχέσεως με τον αδελφό. Η μνησικακία διατηρεί τον άνθρωπο εκτός Παραδείσου· η συγχώρηση ανοίγει εκ νέου την πύλη της κοινωνίας.
Η αναφορά του Κυρίου στη νηστεία προσδίδει εσωτερικό χαρακτήρα στον αγώνα που αρχίζει. Η νηστεία δεν είναι εξωτερικός τύπος ούτε απλή αποχή από τροφές. Είναι πράξη ταπεινώσεως, άσκηση ελευθερίας, επανατοποθέτηση της καρδιάς. Όταν αποσυνδέεται από την προσευχή και την αγάπη, μετατρέπεται σε τυπικότητα. Όταν όμως βιώνεται εν μετανοία, καθίσταται μέσο θεραπείας. Η Μεγάλη Τεσσαρακοστή δεν επιβάλλει απλώς κανόνες· προσφέρει οδό καθάρσεως.
Ο λόγος περί θησαυρού φανερώνει το βαθύτερο αίτιο της πτώσεως. «Όπου εστίν ο θησαυρός υμών, εκεί έσται και η καρδία υμών» (Ματθ. 6:21).Ο άνθρωπος πάντοτε κινείται προς εκείνο που θεωρεί πολύτιμο. Ο Αδάμ προτίμησε έναν πρόσκαιρο καρπό αντί της αιωνίου κοινωνίας. Η Τεσσαρακοστή μάς καλεί να εξετάσουμε πού έχει στραφεί η καρδιά μας. Η μεταστροφή του θησαυρού συνεπάγεται μεταστροφή υπάρξεως.
Η Κυριακή της Τυρινής, λοιπόν, δεν αποτελεί απλώς ανάμνηση ενός παρελθόντος γεγονότος. Αποτελεί πρόσκληση προσωπικής αποφάσεως. Η Εκκλησία μάς φέρει ενώπιον του θρήνου του Αδάμ για να αφυπνίσει την επίγνωση της πτώσεως, και συγχρόνως μάς παραδίδει τον λόγο του Χριστού για να δείξει την οδό της επιστροφής. Η συγγνώμη, η ταπείνωση και η νηστεία δεν είναι ηθικές υποχρεώσεις, αλλά εκκλησιαστικά μέσα αποκαταστάσεως της χαμένης κοινωνίας.
Έτσι αρχίζει η Μεγάλη Τεσσαρακοστή: όχι με φόβο, αλλά με επίγνωση· όχι με εξωτερική αυστηρότητα, αλλά με εσωτερική μεταστροφή όχι με νοσταλγία ενός χαμένου Παραδείσου, αλλά με βεβαιότητα ότι η οδός της επιστροφής έχει ήδη ανοίξει διά του Χριστού.



































