Λόγος γιά τό πάθος τοῦ Σωτήρα (Ὅσιος Ἐφραίμ ὁ Σύρος)

Φοβούμαι να μιλήσω και να αγγίξω με τη γλώσσα μου τη φοβερή αυτή διήγηση που αναφέρεται στον Σωτήρα· διότι πραγματικά είναι φοβερό να διηγηθώ γι’ αυτή. Ο Κύριός μας παραδόθηκε σήμερα στα χέρια των αμαρτωλών! Για ποιο λόγο λοιπόν παραδόθηκε, αν και ήταν άγιος και αναμάρτητος Δεσπότης; Διότι χωρίς να διαπράξει καμιά αμαρτία παραδόθηκε σήμερα.
Ελάτε, ας προσέξουμε γιατί παραδόθηκε ο Χριστός ο Σωτήρας μας· για μας τους ασεβείς παραδόθηκε ο Δεσπότης. Ποιος λοιπόν δε θα τον θαυμάσει; Ποιος λοιπόν δε θα τον δοξάσει; Αν και αμάρτησαν οι δούλοι, παραδόθηκε ο Δεσπότης, για να ελευθερώσει με τον δικό του θάνατο τους δούλους που αμάρτησαν. Οι γιοι της απώλειας και τα παιδιά του σκότους βγήκαν, μέσα στο σκοτάδι, να συλλάβουν τον ήλιο που έχει τη δύναμη να κάψει με τη φλόγα του όλους σε μια στιγμή.
Γνωρίζοντας λοιπόν ο Δεσπότης τη θρασύτητά τους και την ορμή της οργής τους, παρέδωσε τον εαυτό του στα χέρια των ασεβών με πραότητα και με δική του απόφαση. Και αφού έδεσαν οι άνομοι τον άχραντο Δεσπότη, περιγέλασαν αυτόν που έδεσε τον ισχυρό (τον διάβολο) με άλυτα δεσμά και έλυσε εμάς από τα δεσμά της αμαρτίας. Έπλεξαν επίσης στεφάνι από τα δικά τους αγκάθια, αυτά που καρποφόρησε το αμπέλι των Ιουδαίων. Περιγελώντας τον, τον αποκαλούσαν βασιλιά. Έφτυσαν οι άνομοι στο πρόσωπο του άχραντου, που από το βλέμμα του τρομάζουν συγχρόνως όλες οι δυνάμεις των ουρανών και οι τάξεις των Αγγέλων.
Να, πάλι διακατέχουν την καρδιά μου η λύπη και τα δάκρυα, βλέποντας τον Δεσπότη να ανέχεται τόσο πολύ τον χλευασμό και τις προσβολές, τη μαστίγωση, τους εμπτυσμούς από τους δούλους, τα ραπίσματα. Ελάτε, προσέξτε το μέγεθος της ευσπλαχνίας, την ανεκτικότητα και το έλεος του γλυκού Δεσπότη. Είχε έναν χρήσιμο δούλο στον παράδεισο της τρυφής, και όταν αυτός αμάρτησε, παραδόθηκε στους βασανιστές. Όταν τον είδε λοιπόν ο αγαθός Δεσπότης να λιποψυχά, σπλαχνίσθηκε τον δούλο, και τον ελέησε, και πρόσφερε τον εαυτό του να μαστιγωθεί για χάρη του.

 

Θέλησα να σιωπήσω, επειδή η έκπληξη του νου είναι πολύ μεγάλη· αλλά και πάλι φοβήθηκα, μήπως αρνηθώ εξαιτίας της σιωπής μου τη χάρη του Σωτήρα. Όμως με φόβο λέω σ’ εσάς· διότι τρέμουν τα κόκκαλά μου, όταν το σκεφθώ. Ο Πλάστης των απάντων, ο ίδιος ο Κύριός μας, παρουσιάσθηκε σήμερα μπροστά στον Καϊάφα, σαν ένας από τους κατάδικους, και ένας από τους υπηρέτες έδωσε σ’ αυτόν ράπισμα. Τρέμει η καρδιά μου, όταν τα φέρω στο νου μου όλα αυτά: ο δούλος καθόταν, ο Δεσπότης παρουσιάσθηκε ως κατάδικος, και αυτός που ήταν γεμάτος παραβάσεις έβγαζε καταδικαστική απόφαση εναντίον του αναμάρτητου.
Σκέφτομαι και τρέμω, και πάλι νιώθω συντριβή βλέποντας τη μακροθυμία του καλού Δεσπότη. Διότι, να, τα σπλάχνα μου τρέμουν, καθώς μιλώ, επειδή ο Δημιουργός, που έπλασε με τη χάρη του τον άνθρωπο από το χώμα, ραπίσθηκε.
Μεγάλο θαύμα, αδελφοί, να δούμε την πραότητα του Χριστού, του Βασιλιά! Όταν ραπίσθηκε από δούλο, αποκρίθηκε με φρόνηση, με πραότητα και με κάθε ευλάβεια. Ο δούλος αγανακτεί, ο Δεσπότης ανέχεται· ο δούλος οργίζεται, ο Δεσπότης δείχνει καλοσύνη. Άλλωστε ποιος θα βαστάξει το θυμό και την ταραχή κατά την ώρα της οργής; Όμως ο Κύριός μας όλα αυτά τα ανέχθηκε με την καλοσύνη του. Ποιος λοιπόν θα μπορέσει να διηγηθεί, ω Δέσποτα, τη δική σου μακροθυμία!
Πλησιάστε, πολυπόθητοι και αγαπημένοι από τον Χριστό, έχοντας κατάνυξη και πόθο για τον Σωτήρα. Ελάτε, ας διδαχθούμε τι έγινε σήμερα στην Σιών, την πόλη του Δαβίδ. Οι πολυπόθητοι και εκλεκτοί απόγονοι του Αβραάμ τι έπραξαν σήμερα; Παρέδωσαν τη μέρα αυτή στο θάνατο τον άχραντο Δεσπότη. Ο Σωτήρας μας Χριστός κρεμάσθηκε άδικα επάνω στο ξύλο του σταυρού από άνομα χέρια. Ελάτε, ας λούσουμε όλοι εμείς το σώμα μας με δάκρυα και στεναγμούς, διότι ο Κύριός μας, ο Βασιλιάς της δόξας, παραδόθηκε για μας τους ασεβείς στο θάνατο.
[Από το βιβλίο: ΟΣΙΟΥ ΕΦΡΑΙΜ ΤΟΥ ΣΥΡΟΥ ΕΡΓΑ, τόμος Ζ’. Εκδόσεις Το Περιβόλι της Παναγίας, Θεσσαλονίκη 1998

Η εμπειρία του μακαριστού γέροντα Αναστασίου την Κυριακή των Βαϊων

Καθώς βρισκόταν στο κελί του και διάβαζε τη σημερινή περικοπή αναρωτήθηκε πώς να ήταν άραγε η Βαϊοφόρος, πώς να έγινε άραγε η είσοδος του Ιησού και αμέσως ηρπάγη νοερώς, όπως ο ίδιος μας περιέγραφε και κατ’ οικονομία Θεού βρέθηκε στα Ιεροσόλυμα, κατα την είσοδό Του στην πόλη, βλέποντας όλα τα γεγονότα εκείνης της ημέρας.

 

Συγκλόνισμενος από το όλο γεγονός, περιέγραφε, αναρίθμητους ανθρώπους να υποδέχονται και να επευφημούν τον Κύριο και Αγγέλους να κατεβαίνουν από τον ουρανό ωθώντας τα μωρά παιδιά να φωνάζουν και εκείνα μαζί με τον υπόλοιπους «Ωσαννά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος, εν ονόματι Κυρίου». Αξιοσημείωτο είναι ότι ο γέροντας Αναστάσιος άκουσε τον Κύριο να παρακινεί τους μαθητές του να περάσουν γρήγορα από τον όχλο, ώστε να βγουν ανεπηρέαστοι από τον ενθουσιασμό, τις κραυγές και του κόσμου.

Τί εἶναι ὁ Μεγάλος Κανόνας, πότε ψάλλεται καί γιατί ὀνομάστηκε ἔτσι

Η Πέμπτη εβδομάδα των Νηστειών είναι το λειτουργικό αποκορύφωμα της Τεσσαρακοστής. Οι ακολουθίες είναι μακρότερες και εκλεκτότερες. Στη συνήθη ακολουθία των λοιπών εβδομάδων θα προστεθούν δυο νέες μεγάλες ακολουθίες· Την Πέμπτη ο Μεγάλος Κανόνας και το Σάββατο ο Ακάθιστος Ύμνος. Κανονικά το αποκορύφωμα αυτό θα έπρεπε να αναζητηθεί στην επόμενη, στην Έκτη εβδομάδα των Νηστειών, που είναι και η τελευταία της περιόδου αυτής. Αλλά όλα στη λατρεία μας έχουν τακτοποιηθεί από τους πατέρες με πολλή μελέτη και περίσκεψη. Με «διάκριση» κατά την εκκλησιαστική έκφραση. Μετά από την τελευταία εβδομάδα ακολουθεί η Μ. Εβδομάδα, με πυκνές και μακρές ακολουθίες, ανάλογες προς τα μεγάλα εορτολογικά θέματα. Μεταξύ αυτής και του αποκορυφώματος της Τεσσαρακοστής έπρεπε να μεσολαβήσει μια περίοδος σχετικής αναπαύσεως, μια μικρή ανάπαυλα. Το τόσο λοιπόν ανθρώπινα αναγκαίο μεσοδιάστημα είναι η τελευταία εβδομάδα και την έξαρση του τέλους βαστάζει η πρότελευταια.

Πότε ψάλλεται ο Μ. Κανόνας;

Ο Μ. Κανόνας ψάλλεται τμηματικά στα απόδειπνα των τεσσάρων πρώτων ημερών της Α΄ Εβδομάδας των Νηστειών και ολόκληρος στην ακολουθία του Όρθρου της Πέμπτης της Ε΄ εβδομάδας. Στις ενορίες συνήθως ψάλλεται ανεξάρτητα από τον όρθρο, σαν μικρή αγρυπνία, το βράδυ της Τετάρτης μαζί με την ακολουθία του αποδείπνου. Έτσι διευκολύνονται περισσότερο οι χριστιανοί στην παρακολούθησή του.Μπορεί να τον βρει κανείς μέσα στο λειτουργικό βιβλίο που περιέχει τις ακολουθίες της Τεσσαρακοστής, το Τριώδιο, καθώς και σε μικρά αυτοτελή φυλλάδια. Η παρακολούθηση του Κανόνα αυτού κατά την ώρα της ψαλμωδίας του είναι αρκετά δύσκολη, γιατί τα νοήματα είναι πυκνά και ο ρυθμός της ψαλμωδίας γρήγορος. Για τους λόγους αυτούς τα εγκόλπια αυτά είναι ιδιαίτερα απαραίτητα για όσους θέλουν να γνωρίσουν καλύτερα τον ύμνο αυτό. Τα παρακάτω ας αποτελέσουν μια σύντομη εισαγωγή και βοήθεια για την κατανόησή του και μια παρακίνηση για την παρακολούθηση της ψαλμωδίας του εκλεκτού αυτού λειτουργικού κειμένου.

Ποιός ο ποιητής – δημιουργός του Μ. Κανόνα;

Τον Μ. Κανόνα συνέθεσε ο άγιος Ανδρέας ο Ιεροσολυμίτης. Γεννήθηκε στη Δαμασκό το 660 μ. Χ. από ευσεβείς γονείς. Σε ηλικία δεκαπέντε ετών η αγάπη του τον φέρνει στα Ιεροσόλυμα όπου οι γονείς του τον αφιερώνουν στον Ναό της Αναστάσεως. Στα Ιεροσύλυμα απόκτησε μεγάλη παιδεία, την «θύραθεν» και τη θεολογική. Ανκαι το έργο του έγινε στην Κωνσταντινούπολη και την Κρήτη φέρει τον τίτλο του «Ιεροσολυμίτη» επειδή πέρασε από την αγία πόλη. Μοναχός της Μονής του Αγίου Σάββα στα Ιεροσόλυμα εγινε γραμματέας του Πατριάρχη Θεόδωρου. Το 685 ήλθε στην Κωνσταντινούπολη για εκκλησιαστική αποστολή. Εκεί παρέμεινε για είκοσι χρόνια και ανέλαβε διάφορες εκκλησιαστικές θέσεις και τέλος γύρω στο 711 ή 712 εκλέγεται αρχιεπίσκοπος Κρήτης.

Στη Κρήτη συμμετέχει στις ταλαιπωρίες του ποιμνίου του που οφείλονταν στις Αραβικές επιδρομές. Εμψυχώνει το λαό στις θλίψεις και προσεύχεται για τη σωτηρία του. Με τις προσευχές του σταματά τη μεγάλη ανομβρία και σταματά τη μάστιγα της πείνας. Ιδρύει μεγάλο «Ξενώνα» στον οποίο περιθάλπονται οι γέροντες και οι άρρωστοι, φιλοξενούνται οι ξένοι και οι φτωχοί διακονώντας ο ίδιος. «Με τα χέρια του υπηρετούσε τους ασθενείς και τους έπλενε τα πόδια και το κεφάλι, καθάριζε τις πληγές τους και τα τραύματα τους. Σ’ αυτό το σημείο τον οδηγούσε η αγάπη του πρός τον Θεό και τον πλησίον» σημειώνει ο βιογράφος του.

Ο άγιος Ανδρέα ο Κρήτης είχε μεγάλη ευλάβεια και ιδιαίτερη αγάπη του πρός την Παναγία. Αφιέρωσε πλήθος ύμνων και εγκωμιαστικών λόγων στις εορτές της. Έκτισε δε μεγαλοπρεπή ναό προς τιμήν της Θεοτόκου που τον ονόμασε «Βλαχέρνες». Φρόντισε δε για την επισκευή των παλαιών και παραμελημένων ναών τους οποίους «ευπρεπώς κατεκόσμησε». Πέθανε στις 4 Ιουλίου 740 στην Ερεσό της Λέσβου, είτε επιστρέφοντας στην Κρήτη μετά από ένα ταξίδι στην Κωνσταντινούπολη, είτε και εξόριστος εκεί – ήταν υποστηρικτής των αγίων εικόνων. Στην παραλία της Ερεσού τιμάται μέχρι σήμερα ο τάφος του, μια μεγάλη σαρκοφάγο, που βρίσκεται πίσω από το άγιο βήμα της ερειπωμένης βασιλικής της Αγίας μάρτυρος Αναστασίας, όπου κατά τους βιογράφους του είχε ταφεί. Η καθιέρωση του ως Αγίου έγινε πολύ νωρίς.

Ο Ανδρέας ήταν λόγιος κληρικός, εκκλησιαστικός ρήτορας και υμνογράφος. Η φιλολογική και υμνογραφική του παραγωγή είναι αξιόλογη Οι λόγοι του είναι κυρίως εγκωμιαστικοί. Σώζονται όμιλίες στις Θεομητορικές και Δεσποτικές εορτές και σε διαφόρους αγίους. Στις ομιλίες του φαίνεται η ρητορική του τέχνη, η άριστη γνώση της αττικής γλώσσας, η βαθιά γνώση της βίβλου, ιδιαίτερα της Π.Δ που ερμηνεύει αλληγορικά. Χαρακτηρίζεται ως ο καλύτερος εκκλησιαστικός ρήτορας της Βυζαντινής εποχής. Τα χαρακτηριστικά των λόγων του είναι η «έντεχνος ρητορική επεξεργασία και τα υψηλά θεολογικά νοήματα». Το υμνογραφικό του έργο είναι πλουσιότερο των ρητορικών του λόγων. Εφεύρε το είδος των Κανόνων που ψάλλονται μέχρι σήμερα και διακρίνονται για την σαφήνεια και το διδακτικό τους χαρακτήρα. Το σπουδαιότερο όμως υμνογραφικό του έργο είναι ο Μ. Κανόνας. Τον έγραψε, όπως φαίνεται από διάφορες ενδείξεις, περί το τέλος της ζωής του, κατά δε την μαρτυρία ενός συναξαρίου, στην Ερεσό, λίγο πριν πεθάνει. Αν η πληροφορία αυτή είναι αληθινή, ο Μ. Κανόνας είναι το κύκνειο άσμα του υμνογράφου μας.

Για να καταλάβουμε την ποιητική του δομή πρέπει να κάνουμε μια μικρή παρέκβαση. Το έργο αυτό ανήκει στο ποιητικό είδος των κανόνων, που κατά πολλούς έχει την αρχή του σ’ αυτόν τον ίδιο τον Ανδρέα. Είναι δε οι κανόνες ένα σύστημα τροπαρίων, που γράφονταν για ένα ορισμένο λειτουργικό σκοπό: να διακοσμήσουν τη ψαλμωδία των 9 ωδών του Ψαλτηρίου, που στιχολογούνταν στον όρθρο. Όλος ο κανόνας ψάλλεται σε ένα ήχο. Κάθε όμως ωδή παρουσιάζει μια μικρή παραλλαγή στη ψαλμωδία κατά τρόπο, που να διατηρείται μεν η μουσική ενότητα στον όλο κανόνα, αφού όλος ψάλλεται στον ίδιο ήχο, αλλά και να σπάει και η μονοτονία με τις παραλλαγές στην ψαλμωδία που παρουσιάζει κάθε μια ωδή.

Γιατί ονομάζεται «Μεγάλος»;

Ο Μ. Κανόνας στην μορφή του έχει μια χαρακτηριστική ιδιορρυθμία. Η ιδιορρυθμία του συνίσταται στο ότι συγκρινόμενος προς τους άλλους ομοίους του κανόνες, είναι «μέγας». Μέγας στην απόλυτη του έννοια. Μεγαλύτερος δεν μπορούσε να υπάρξει· και τούτο γιατί ο ποιητής θέλησε να συνθέσει όχι τρία ή τέσσερα τροπάρια για την κάθε ωδή, όπως συνήθως έχουν οι άλλοι κανόνες, αλλά πολύ περισσότερα: τόσα, όσα είναι και όλοι οι στίχοι των ωδών, έτσι ώστε στον καθένα στίχο να αντιστοιχεί και να παρεμβάλλεται κατά την ψαλμωδία από ένα τροπάριο. 250 είναι οι στίχοι των ωδών, 250 και τα τροπάρια του Μ. Κανόνα, ενώ οι συνήθης κανόνες έχουν γύρω στα 30. Σήμερα τα τροπάρια του Μ. Κανόνα είναι κατά 30 περίπου περισσότερα από τα αρχικά. Μεταγενέστεροι υμνογράφοι πρόσθεσαν τροπάρια για την οσία Μαρία την Αιγυπτία και για τον ίδιο τον Ανδρέα.

Ποιο είναι το περιεχόμενο του Μ. Κανόνα;

Ο Μ. Κανόνας παρουσιάζει το τραγικό γεγονός της πτώσεως του ανθρωπίνου γένους που κατάστρεψε τη δυνατότητα της κοινωνίας του με τον Θεό. Στον Μ. Κανόνα ο ποιητής θεωρεί και βιώνει το γεγονός της πτώσεως προσωπικά. Με την καθημερινή αμαρτία του ταυτίζεται με τον πρωτόπλαστο Αδάμ του οποίου γίνεται μιμητής. Η ψυχή του ακολουθεί τη πορεία της Εύας. «Αλίμονο, ταλαίπωρη ψυχή! Γιατί μιμήθηκες την πρώτη Εύα; Κοίταξες πονηρά και πληγώθηκες πικρά». Ο άγιος αναφέρεται στην ύπαρξη που κληρονομήσαμε μετά τη πτώση που συνδέεται με τη φθορά και το θάνατο. Με τους πρωτόπλαστους έχουμε οντολογική αλληλεγύη. Η συναίσθηση της αμαρτωλότητας και η ομολογία της σφραγίζει ολόκληρο τον Μ. Κανόνα.

Είναι ένα κύκνειο άσμα, ένας θρήνος προθανάτιος, ένας μακρύς θρηνητικός μονόλογος, είναι ο Αδαμιαίος θρήνος. Ο ποιητής βρίσκεται στο τέλος της ζωής του. Αισθάνεται ότι οι ημέρες του είναι πια λίγες, ο βίος του έχει περάσει. Αναλογίζεται τον θάνατο και την κρίση του δίκαιου κριτή, που τον αναμένει. Και έρχεται να κάνει μια αναδρομή, μια ανασκόπηση του πνευματικού του κόσμου. Κάθεται να συζητήσει με τη ψυχή του. Ο απολογισμός όμως δεν είναι ενθαρρυντικός. Ο βαρύς κλοιός της αμαρτίας στον συμπνίγει. Η συνείδηση τον ελέγχει. Και ο ποιητής θρηνεί διαρκώς για την άβυσσο των κακών τους πράξεων. Στον θρήνο αυτό συμπλέκεται η αναδρομή στην Αγία Γραφή. Αυτό κυρίως δίνει την μεγάλη έκταση στο ποίημα. Ο σύνδεσμος όμως του θρήνου με την Γραφή είναι πολύ φυσικός. Σαν άνθρωπος του Θεού ο ποιητής, ανοίγει το βιβλίο του Θεού για να αξιολογήσει τα πεπραγμένα του. Εξετάζει ένα προς ένα τα παραδείγματα του ιερού βιβλίου. Στις οκτώ πρώτες ωδές παίρνει τα παραδείγματα του από τη Παλαιά Διαθήκη. Στη εννάτη ωδή από την Καινή Διαθήκη. Το αποτέλεσμα της συγκρίσεως είναι κάθε φορά τρομερό και αιτία νέων θρήνων. Έχει μιμηθεί όλες τις κακές πράξεις όλων των ηρώων της ιεράς ιστορίας, όχι όμως και τις καλές πράξεις των αγίων. Δεν του μένει παρά η μετάνοια, η συντριβή και η καταφυγή στο έλεος του Θεού. Και εδώ ανοίγει η αισιόδοξη προοπτική του ποιητή. Βρήκε την πόρτα του παραδείσου, την μετάνοια. Καρπούς μετανοίας δεν έχει να παρουσιάσει· προσφέρει όμως στον Θεό τη συντετριμμένη του καρδιά και την πνευματική του φτώχια. Τα βιβλικά παραδείγματα του Δαυίδ,του προφήτη Ιερεμία, των βασιλέων Μανασσή και Εζεκία από την Π. Δ και του Πέτρου, της Μάρθας και της Μαρίας, της Χαναναίας, του τελώνη, της πόρνης και του ληστή τον ενθαρρύνουν. Πολλές φορές επανέρχεται χρησιμοποιώντας το παράδειγμα της μετάνοιας της πόρνης και παρακαλεί τον Κύριο να δεχθεί τα δικά του δάκρυα όπως δέχθηκε και τα δικά της και να του συγχωρήσει τις αμαρτίες του. Ο κριτής θα ευσπλαχνισθεί και αυτόν, που αμάρτησε πιο πολύ από όλους τους ανθρώπους. Ψάλλεται σε ήχο πλ. του β΄. Είναι ήχος γλυκός, κατανυκτικός και εκφραστής του πένθους και της συντριβής.

ᾨδή α’«Πόθεν ἄρξομαι θρηνεῖν τάς τοῦ ἀθλίου μου βίου πράξεις;
ποίαν ἀπαρχή ἐπιθήσω, Χριστέ, τῇ νῦν θρηνῳδίᾳ;
ἀλλ᾿ ὡς εὔσπλαγχνος μοι δός παραπτωμάτων ἄφεσιν».

ᾨδή β’

«Πρόσεχε, οὐρανέ, καί λαλήσω·γῆ ἐνωτίζου φωνῆς
μετανοούσης Θεῷ καί ἀνυμνούσης αὐτόν»..

«Ἴδετε, ἴδετε, ὅτι ἐγώ εἰμι Θεός·
ἐνωτίζου ψυχή μου, τοῦ Κυρίου βοῶντος
καί ἀποσπάσθητι τῆς πρώτης ἁμαρτίας
καί φοβοῦ ὡς δικαστήν καί ὡς κριτήν καί Θεόν».

ᾨδή γ’

«Πῦρ παρά Κυρίου, ψυχή, Κύριος ἐπιβρέξας,
τήν γῆν Σοδόμων πρίν κατέφλεξεν».

«Πηγήν ζωῆς κέκτημαι σέ τοῦ θανάτου τόν καθαιρέτην
καί βοῶ σοι ἐκ καρδίας μου πρό τοῦ τέλους· Ἥμαρτον,
ἱλάσθητι, σῶσον με».

Μέσα στο πλαίσιο της κατανυκτικής περιόδου της Μ. Τεσσαρακοστής ο γεμάτος κατάνυξη Μ.Κανόνας προσφέρει ένα συγκλονιστικό βίωμα. Μπαίνει στο στόμα του πιστού σαν φωνή, σαν εγερτήριο, σαν αφυπνιστικός σεισμός. Σαν αποστροφή στην κοιμωμένη και ραθυμούσα ψυχή του. Τούτο ανακαιφαλαιώνει το θαυμαστό προοίμιο του Ρωμανού του Μελωδού που συμψάλλεται με τον Μ. Κανόνα:

«Ψυχή μου, Ψυχή μου, ανάστα τι καθεύδεις;

Το τέλος εγγίζει και μέλλεις θορυβείσθαι·

ανάνηψον ουν, ίνα φείσηται σου Χριστός ο Θεός,

ο πανταχού παρών και τα πάντα πληρών».

Πηγή: Ι. Μ. Φουντούλη, Λογική Λατρεία, Θεσ/κη, 1971 και Μητρ. Νέας Σμύρνης Συμεών, Αδαμιαίος Θρήνος, Ο Μέγας Κανών Ανδρέου του Κρήτης, Εκδ. Αποστ. Διακονίας – Εισαγωγή – Κείμενο – Μετάφραση – Σχόλια).

Λόγος στόν Εὐαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου

Σήμερα η Εκκλησία φωτίζεται μυστικά και λάμπει, πανηγυρίζοντας την πρώτη των εορτών. Σήμερα αρχίζει να καταργείται το τείχος της έχθρας και να ενώνονται με μυστικό τρόπο η γη με τα ουράνια. Σήμερα την τιμωρία, που λύπησε την προμήτορα (Εύα) ο αρχαγγελικός χαιρετισμός μετέτρεψε σε χαρά και αφανίστηκε η παλιά μελαγχολία. Σήμερα η Παρθένος Μαριάμ παίρνει τη θέση των θρόνων των Σεραφίμ, κρατώντας με απερίγραπτο τρόπο, αυτόν που κάθεται πάνω σ’ αυτούς. Σήμερα φαίνεται να εκπληρώνεται το μυστήριο της βάτου, με την αποξηραμένη φύση να ενώνεται η φωτιά της Θεότητας. Η μεν λοιπόν εορτή, αν και είναι κορυφαία όλων των εορτών, περιέχει πολλά μυστήρια. Εμείς δε, επειδή μας πιέζει ο χρόνος, θα αναφερθούμε με συντομία σε μερικά θέματα του ευαγγελίου, και θα τα εξηγήσουμε σε σας που αγαπάτε τον Θεό. «Τις ημέρες εκείνες έμεινε έγκυος η Ελισάβετ η γυναίκα του Ζαχαρία, και έκρυβε την εγκυμοσύνη της για πέντε μήνες». Επειδή ο Ζαχαρίας, δεν πίστεψε στον Γαβριήλ, δεν μπορούσε να μιλήσει, η δε Ελισάβετ έμεινε έγκυος, και για λίγο έκρυβε τον εαυτό της. Μερικοί μεν πιστεύουν, ότι λόγω των γηρατειών της ντρεπόταν, σεβόμενη την παράκαιρη εγκυμοσύνη, εμείς δε λέμε, ότι δεν έκρυβε τον εαυτό της γι’ αυτό τον λόγο. Γιατί γι’ αυτήν η εγκυμοσύνη ήταν περισσότερο αιτία χαράς, όχι γιατί θα γινόταν μητέρα, το γλυκό πράγμα και όνομα, αλλά και από τον ίδιο το νόμο ήταν τιμή για τις μητέρες, στην οποία χαρά δεν μετείχαν οι στείρες και άκαρπες. Γιατί λοιπόν να ντρεπόταν επειδή κέρδισε την ευλογία του νόμου και συγχρόνως έμοιαζε με την παράκαιρη εγκυμοσύνη της ευτυχισμένης Σάρρας; Και ότι με την γέννηση θα έπαυε η ντροπή της ατεκνίας, το μαθαίνουμε από τα λόγια της. Γιατί λέει: «Ο Θεός είδε τη στενοχώρια μου και φρόντισε να με απαλλάξει από την ντροπή που ένιωθα μπροστά στους ανθρώπους για την ατεκνία μου». Για ποιο λόγο λοιπόν έκρυβε τον εαυτό της; Καταγόταν από τον Ααρών και ήταν σύζυγος του μεγάλου ιερέα, ονομαστή στην αρετή και την προσεκτική ζωή της. Φοβόταν λοιπόν, από την αρχή να φανερώσει την εγκυμοσύνη, μήπως πολλοί δεν πιστέψουν και δεχτούν την ίδια τιμωρία με τον Ζαχαρία. Γιατί γι’ αυτόν που έβλεπε την φύση, ήταν αληθινά απίστευτο, γυναίκα περασμένης ηλικίας, με ζαρωμένο το σώμα, ρυτιδωμένο το πρόσωπο, προχωρημένη στα γηρατειά, με στείρα φύση, να γίνεται μητέρα παιδιού. Γιατί ήδη σταμάτησαν να λειτουργούν σ’ αυτή όπως και στη Σάρρα, εκείνα με τα οποία πραγματοποιείται η εγκυμοσύνη. Όχι λοιπόν από ντροπή αλλά από φροντίδα έκρυβε τον εαυτό της. Επειδή με τη σταδιακή αύξηση του εμβρύου η κοιλιά μεγάλωνε και οι μαστοί γέμιζαν γάλα, τότε δεν έκρυβε αυτό που δεν μπορούσε να μη το πιστέψει κάποιος.

 

«Κατά τον έκτο μήνα ο Θεός έστειλε τον άγγελο Γαβριήλ στην πόλη της Γαλιλαίας Ναζαρέτ σε μια παρθένο, που ήταν αρραβωνιασμένη με κάποιον που τον έλεγαν Ιωσήφ». Θα ρωτήσει δε κάποιος, από αυτούς που πολύ ενδιαφέρονται, για ποιο λόγο κατά τον πρώτο μήνα για τους Εβραίους έγινε αυτό το μυστήριο; Γιατί ήταν φανερό ότι ο έκτος μήνας που συνελήφθη ο Ιωάννης, ήταν ο πρώτος μήνας του χρόνου. Επειδή δε αυτός ο αισθητός κόσμος, δημιουργήθηκε αυτόν τον καιρό, και με την παράβαση του ανθρώπου καταστράφηκε μαζί του και αυτός, έπρεπε με τον ερχομό του Κυρίου να αναδημιουργηθεί και η κτίση και να αναπλαστεί ο άνθρωπος. Γι’ αυτό τον πρώτο μήνα αρχίζει να βλαστάνει η ακαλλιέργητη γη, δηλ. η Παρθένος, τον χωρίς σπορά σωτήρα. Αυτή την αναγέννηση της κτίσεως προβλέποντας ο προφήτης έλεγε, «Θα είναι ο ουρανός καινούργιος και η γη καινούργια». Και όπως ακριβώς, όταν περάσει η σκοτεινιά του χειμώνα, έρχεται η ανοιξιάτικη λαμπρότητα, κατά τον ίδιο τρόπο τελείωσε και ο χειμώνας της ειδωλολατρίας και άρχισε να λάμπει η άνοιξη της φανέρωσης του Θεού. Και όταν ο ήλιος κατά την περιφορά του στον ουρανό βρίσκεται στο σημείο που ονομάζουν Κριό, τότε και ο Ήλιος της δικαιοσύνης, χωρίς να απομακρύνεται από τους κόλπους του Πατέρα ήλθε στο ύψωμα της δικής μας φτώχειας. Γιατί αληθινά έγινε υψοποιός αυτή η ταπείνωση, και σαν πρόβατο οδηγήθηκε στη σφαγή και σαν κριάρι αψεγάδιαστο θυσιάστηκε. […]
Της τάξεως των αρχαγγέλων ως πρώτο γνωρίζουμε τον Μιχαήλ, όπως μας αναφέρει η προφητεία του Δανιήλ, στον οποίο και ανατέθηκε η φύλαξη του Ιουδαϊκού λαού, όπως αναφέρουν τα ιερά λόγια· πώς λοιπόν δεν έγινε αυτός υπηρέτης του μυστηρίου, αλλά ο Γαβριήλ αναφέρει το μυστήριο στην Παρθένο; Επειδή κατά την δημιουργία η γυναίκα δημιουργήθηκε δεύτερη, μετά τον άνδρα, γι’ αυτό ο δεύτερος των αρχαγγέλων προς το δεύτερο γένος, όπως είναι εύλογο, αποστέλλεται για να αναγγείλει τον δεύτερο χωρισμό του κόσμου. Και επειδή το όνομα Γαβριήλ σημαίνει δύναμη Θεού, προκειμένου να σαρκωθεί ο Υιός του Θεού, ο οποίος είναι σοφία και δύναμη του Θεού, εύλογα αυτός αναγγέλλει το μυστήριο. Γιατί δεν στέλλεται ο άγγελος προς τον μνηστήρα Ιωσήφ αλλά προς την Παρθένο; Επειδή γνώριζε ότι δεν είχε καμιά σχέση ο Ιωσήφ με την γέννηση τού Κυρίου αν και ήταν φύλακας και φρόντιζε την Παρθένο. Άλλα επειδή από την αρχή έγινε η είσοδος της αμαρτίας από την γυναίκα, από το ίδιο γένος πραγματοποιείται η είσοδος της λυτρώσεως. […]
«Χαίρε εσύ, προικισμένη με τη χάρη του Θεού· ο Κύριος είναι μαζί σου». Αντίθετος ήταν ο λόγος που ειπώθηκε στην Παρθένο, από εκείνο που άκουσε η Εύα. Από αυτή ξεκίνησαν οι λύπες των πόνων, εδώ δε συνοδεύει την γέννηση η χαρά. Γιατί η γέννηση από την Παρθένο έγινε χωρίς πόνο. Γιατί; Επειδή κάθε ηδονή συνοδεύεται από τον πόνο, όπου όμως η ηδονή δεν προηγήθηκε της γεννήσεως, ούτε ο πόνος ακολούθησε. Αυτό και η προφητεία του Ησαΐα προανήγγειλε «πριν έλθουν οι πόνοι του τοκετού, διαφεύγει αυτούς και γεννά μάλιστα τέκνο αρσενικό».
«Να, θα μείνεις έγκυος». Πρόσεξε την ακρίβεια της λέξεως. Δεν είπε «να, θα γεννήσεις υιό», για να μη λάβουν αφορμή αυτοί που μετά δεν δέχθηκαν την αλήθεια και τόλμησαν να πουν ότι ο λόγος του αγγέλου κατέβασε την σάρκα από τον ουρανό. Εξασφάλισε, λοιπόν, τον εαυτό του από πριν λέγοντας, «θα μείνεις έγκυος», φανερώνοντας ότι από τη δική της παρθενική κοιλιά πήρε τη δική μας φύση. Γιατί έπρεπε την ίδια ακριβώς φύση να φορέσει, την οποία ήρθε να διορθώσει. Και επειδή ο Θεός δεν κατοικεί σε χειροποίητους ναούς, όπως λέει ο προφήτης, ο ίδιος για τον εαυτό του έκτισε τον πανάγιο ναό από τα ολοκάθαρα αίματα της αγνής κόρης, που είναι σύμφωνα με την προφητεία του Δανιήλ, ο ακρογωνιαίος λίθος που κόπηκε όχι από ανθρώπινο χέρι από το σκιερό βουνό, και όπως λέει ο Αββακούμ, θα αφανίσει τα έργα των δαιμόνων. Επόμενο, λοιπόν, ήταν, αυτός που γεννήθηκε να φέρει κατάλληλη ονομασία για το έργο του και αυτός που ήλθε για τη σωτηρία του κόσμου να ονομαστεί Ιησούς, από τον οποίον αγγέλλεται η σωτηρία του κόσμου. «Θα τον ονομάσεις Ιησού. Αυτός θα γίνει μέγας και θα ονομαστεί Υιός του Υψίστου». Αυτά, σύμφωνα με τα ανθρώπινα έχουν λεχθεί, και με τα παρακάτω της θυμίζει τις θείες προφητείες. Γιατί είχε πεισθεί η Παρθένος, ότι ορκίστηκε ο Κύριος στον Δαβίδ ότι από τους απογόνους του θα τοποθετήσει στον θρόνο του. Φανερώνει λοιπόν, ότι η προφητεία εκπληρώθηκε. «Σ’ αυτόν θα δώσει ο Κύριος το θρόνο του Δαβίδ, του προπάτορά του». Και αυτό σύμφωνα με τα ανθρώπινα. Γιατί ως Θεός είναι αιώνιος βασιλιάς, έχοντας αιώνια τη δύναμη, ως άνθρωπος δε λέγεται, ότι παίρνει τη βασιλεία από τον Πατέρα, όπως και ο ίδιος λέει στους μαθητές μετά την Ανάσταση. «Μου δόθηκε όλη η εξουσία στον ουρανό και στη γη». Και «θα βασιλέψει για πάντα στους απογόνους του Ιακώβ». Δεν αναφέρεται στους πραγματικούς απογόνους του Ιακώβ, αλλά στον νοητό Ισραήλ, που συγκεντρώθηκε απ’ όλα τα έθνη, που τον διάλεξε η χάρη, ο οποίος είναι έθνος άγιο και βασιλικό ιερατείο. Σ’ αυτούς τους πιστούς απογόνους του Ιακώβ, ο Χριστός έχει βασιλέψει αιωνίως, βασιλεία που δεν έχει τέλος. Τί απάντησε σ’ αυτά η Μαριάμ; Άκουσε καθαρά την φωνή της Παρθένου. «Πώς θα μου συμβεί αυτό αφού δεν έχω συζυγικές σχέσεις με άνδρα;» Γιατί γνώριζε ότι ο Ιωσήφ δεν ήταν άνδρας της, αλλά ήταν προστάτης της και ήταν αδύνατο να έλθει αυτή σε επαφή με άνδρα. Γιατί αν ήλπιζε ότι κάποτε θα ερχόταν σε επαφή με τον Ιωσήφ κατά το φυσικό νόμο, δεν θα θεωρούσε αδύνατη την εγκυμοσύνη, γιατί του γάμου αποτέλεσμα είναι η σύλληψη. Αλλά επειδή είχε την πληροφορία ότι ήταν αφιερωμένη στον Θεό, και ουδέποτε θα της αφαιρεθεί το άνθος της παρθενίας, λογικά απορούσε για τον τρόπο της γεννήσεως. Και πώς θα μου συμβεί αυτό, λέει, επειδή είναι αδύνατο να έχω σχέση με άνδρα; Ο αρχάγγελος όμως, βλέποντας ότι δεν απιστεί, αλλά εξέταζε για να μάθει τον τρόπο, λέει, «Το Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Θεού θα σε καλύψει». Κοίταξε πως φανέρωσε εδώ όλη την Τριάδα. Γιατί αν και σαρκώθηκε μόνο ο Υιός και έγινε άνθρωπος, δεν σταμάτησε να είναι Θεός, αλλά ήταν μαζί με τον σαρκωμένο και ο Πατέρας και το Πνεύμα, για το αδιαίρετο της ίδιας ουσίας. Και αυτό είναι εκείνο που λέει ο θείος Απόστολος: «Σ’ αυτόν κατοικεί σωματικά όλη η θεότητα», δηλαδή πραγματικά. Γιατί έγινε για την Παρθένο, σαν νυμφικός θάλαμος η δύναμη του Θεού, που την σκέπαζε σαν σύννεφο, λαμπάδα δε του γάμου, ο φωτισμός του Αγίου Πνεύματος, κρεβάτι δε η απάθεια και γάμος η αφθαρσία. Και χωρίς ένωση με άνδρα η εγκυμοσύνη, αμόλυντη δε η γέννηση. «Θα σε καλύψει» δε είπε, αντί θα σε περιβάλει, θα σε οχυρώσει, θα σε περικυκλώσει. Βεβαιώνοντας δε ο άγγελος την Παρθένο και από αυτά που έβλεπε, ανήγγειλε την εγκυμοσύνη της Ελισάβετ. «Μάθε ακόμη» λέει «ότι η συγγενής σου Ελισάβετ συνέλαβε γιο στα γηρατειά της, κι έτσι, αυτή που την αποκαλούσαν στείρα βρίσκεται τώρα στον έκτο μήνα της εγκυμοσύνης της». Θα ρωτήσει κάποιος, πώς είναι συγγενής της; Γιατί η μεν Παρθένος καταγόταν από το γένος του Δαβίδ, δηλαδή από τη φυλή του Ιούδα, η δε Ελισάβετ από γένος Λευιτικό. Πώς, λοιπόν, την ονομάζει συγγενή της Παρθένου; Πρέπει, λοιπόν, να γνωρίζουμε ότι ενώθηκε η Λευιτική φυλή με τη βασιλική. Γιατί επρόκειτο από τη φυλή του Ιούδα να έλθει ο Χριστός, ο οποίος ήταν και βασιλιάς και αρχιερέας. Από που προερχόταν η συγγένεια μεταξύ τους; Ας πούμε τι αναφέρουν οι παραδόσεις; Ο Ματθάν ο καταγόμενος από την Βηθλεέμ που ήταν και ιερέας, γέννησε τρεις κόρες, την Μαρία, την Άννα και τη Σωβή. Κόρη της Σωβής ήταν η Ελισάβετ, και της Άννας η υπέραγνη Δέσποινα. Από δύο, λοιπόν, αδελφές προέρχονταν η Ελισάβετ και η Παρθένος. Γιατί ο μεν Ζαχαρίας επειδή δεν πίστεψε στον άγγελο αμέσως τιμωρήθηκε με αφωνία, η δε Παρθένος αν και είπε «Πώς θα μου συμβεί αυτό» δεν τιμωρείται, αλλά διδάσκεται τον τρόπο; Επειδή ο μεν Ζαχαρίας είχε ως παράδειγμα τον Αβραάμ και τη Σάρρα, στους οποίους έπρεπε αποβλέποντας, να μην απιστήσει στο μήνυμα. Το να γεννήσει δε παρθένος, ήταν πραγματικά παράδοξο, και παράξενο για τη φύση. Άλλωστε λέγοντας αυτά προς τον άγγελο η Παρθένος δεν απιστούσε, αλλά ζητούσε να μάθει για το υπερφυσικό γεγονός. Αφού διδάχθηκε τον τρόπο και αφού άκουσε «το Άγιο Πνεύμα θα έρθει επάνω σου και η δύναμη του Θεού θα σε καλύψει» δέχεται με ευγνωμοσύνη το χαρμόσυνο μήνυμα, και αφήνει όλο τον εαυτό της στο θέλημα του Θεού και λέει, «είμαι μια δούλη του Κυρίου· ας γίνει το θέλημά του σ’ εμένα όπως μου το είπες». Και αμέσως ο λόγος του αγγέλου πραγματοποιήθηκε, και μέσα στην κοιλιά της είχε Θεό, και δεν γνώριζε η μητέρα του Θεού τι θα πει γάμος. Αφού δε συνέλαβε τον Δημιουργό της, πηγαίνει γρήγορα στην ορεινή Ιουδαία για να κάνει μέτοχο της χαράς και του θαύματος την Ελισάβετ. Αλλά ο φωτισμένος προφήτης που ήταν μέσα στην κοιλιά της στείρας, και πριν ακόμα δει τον ήλιο, αναγνώρισε τον Ήλιο της δικαιοσύνης, να βρίσκεται στην παρθενική κοιλιά σαν σε ελαφριά νεφέλη και αναγγέλλει τον Κύριο με σιωπή. Επειδή δεν μπορούσε να μιλήσει, το φανέρωσε με σκίρτημα και έδωσε τιμή προς την Παρθένο από την μητέρα του, προσκυνώντας τον κυοφορούμενο Κύριο, στον οποίο ανήκει κάθε τιμή και δόξα και ύμνος, μαζί με τον Πατέρα και το Άγιο Πνεύμα, σ’ όλους τους αιώνες των αιώνων. Αμήν.

Λόγος στόν Εὐαγγελισμό της Υπεραγίας Θεοτόκου (Ἀρχιεπίσκοπος Ταυρομενίου Θεοφάνης ὁ Κεραμεύς)

(J.P. Migne, P. G. 132, 928C-941B)
( Μετάφραση: Αλέξανδρος Χριστοδούλου, Θεολόγος)

Ἡ Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας

ΟΠΩΣ ἠμπορεῖ ὁ Ὀρθόδοξος νὰ εἴπῃ: «ἐμνήσθην τοῦ Θεοῦ καὶ ηὐφράνθην», «ἐμνήσθην τῆς Θεοτόκου καὶ ἐσώθη ἡ ψυχή μου», ἔτσι δύναται νὰ εἴπῃ «ἐμνήσθην τῆς Κυριακῆς της Ὀρθοδοξίας καὶ ἠγαλλιάσατο τὸ πνεῦμα μου»… Διότι ἡ μνήμη της εἶναι γλυκεῖα, πάμφωτος, ζωογόνος, θεία… Καὶ μᾶς στερεώνει εἰς τὴν πίστιν καὶ μᾶς ἁγιάζει τὴν καρδίαν, καὶ μᾶς ὑψώνει τοὺς διαλογισμοὺς καὶ μᾶς ἀνανεώνει «ὡς ἀετοῦ τὴν νεότητα» τῆς ψυχῆς μας… Καὶ «βεβαιώνει ἐν χάριτι τὰς καρδίας»… Τί εἶναι ἡ «Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας»; Ἑορτασμὸς εἶναι καὶ θρίαμβος τῆς ἀληθείας. Μία ἑορτή, τὰ ἐπινίκια τῆς Ἐκκλησίας, κατὰ τὰ ὁποῖα ἀνακεφαλαιώνει, ἐν ἀναμνήσει, τοὺς ἀγῶνας, τοὺς κατὰ τοῦ σατᾶν καὶ κατὰ τῶν «κεκαυτηριασμένων τὴν συνείδησιν». Ἀκτινοβολία εἶναι ὑπερκοσμίου κάλλους, ἀκτίστου φωτός, θείων ἀληθειῶν… Παρεμβολὴ Κυρίου Παντοκράτορος…

Ἡ «Κυριακή τῆς Ὀρθοδοξίας» ἀποτελεῖ μίαν ὑπόμνησιν θαρραλέαν, νευρώδη, νεανικὴν τῶν ἀγώνων καὶ τῶν νικῶν τῆς Ἐκκλησίας… Διότι ἡ Ἐκκλησία μόνον νίκας γνωρίζει. Οὐδέποτε ἡττᾶται. Πάντοτε θριαμβεύει. Πάντοτε ζῆ. Πάντοτε στρατεύεται.

«Θλίβεται, ἀλλ᾽ οὐ στενοχωρεῖται. Ἀπορεῖται, ἀλλ᾽ οὐκ ἐξαπορεῖται. Διώκεται, ἀλλ᾽ οὐκ ἐγκαταλείπεται. Καταβάλλεται, ἀλλ᾽ οὐκ ἀπόλλυται». Καὶ ταῦτα πρὸς καιρόν. Πρὸς παιδαγωγίαν καὶ ὅπως ἀναφανῆ πιστὴ καὶ μετὰ τοὺς ἀγῶνας ἡγνισμένη καὶ λαμπροτέρα. Καὶ «ἵνα οἱ δόκιμοι φανεροὶ γένωνται».Ἡ Ἐκκλησία τοῦ Χριστοῦ θριαμβεύει εἰς τοὺς αἰῶνας. Διά νὰ ἀκτινοβολῇ εἰς ὅλον τὸν κόσμον εὐηγγελισμένον καὶ ἀνευαγγέλιστον τὸ φῶς της, τὴν ἐλπίδα της, τὴν χαράν της, τὴν ἐν Κυρίῳ ἐλευθερίαν της, τὴν πνευματικότητά της, τὸν ἔρωτα τοῦ Θεοῦ, τὴν ἀμώμητον Ὀρθοδοξίαν της!…

Ἐὰν ὑπάρχῃ μία πνευματικὴ περιοχή, ὅπου ἡ σκέψις εἶναι βεβαία, σταθερά, ἀσφαλής, καὶ μεταβάλλεται εἰς νόησιν καθαρὰν καὶ εἰς ἱεράν θεωρίαν, ὑψουμένην εἰς τὴν «ἐν μυστηρίῳ» γνῶσιν, αὐτὴ ἡ περιοχὴ εἶναι ἡ Ὀρθόδοξος Ἐκκλησία…

Εἰς τὴν πάμφωτον Ὀρθοδοξίαν ὁ ἄνθρωπος γίνεται «ὡραῖον χρῆμα», ἐξανθρωπίζεται, θεοῦται… Διατί; Διότι ἐν τῇ Ὀρθοδόξῳ Ἐκκλησίᾳ μόνον συντρέχουν ὅλοι ἐκεῖνοι οἱ παράγοντες, ποὺ μεταμορφώνουν καὶ μεταστοιχειώνουν τὸν ἄνθρωπον. Καὶ Μυστήρια Θεοπαράδοτα καὶ Πνεύματος Ἁγίου χαρίσματα, ἐμπειρίαι θείων ἀνδρῶν ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ καὶ θεοφύτευτος πνευματικὴ παράδοσις καὶ θαύματα καὶ ἀσκητισμὸς καὶ ἁγνότης καὶ συντήρησις τῆς ἀδιαλείπτου μυστικῆς ἑνώσεως μὲ τὸν Νυμφίον Χριστόν…

Καὶ διά τοῦτο, μὴ καταποθεῖσα ὑπὸ τοῦ «κόσμου», διέρχεται τὸν χρόνον τῆς ἐνταῦθα παροικίας της «ἐν ψαλμοῖς καὶ ὕμνοις καὶ ᾠδαῖς πνευματικαῖς, ἄδουσα καὶ ψάλλουσα» τῷ Λυτρωτῇ. Τῷ μόνῳ Θεῷ, τῷ μόνῳ ὑφ᾽ ἡμῶν ὀρθοδόξως λατρευομένῳ… Καὶ διέρχεται τὸν χρόνον της ἀτενίζουσα πρὸς τὰ αἰώνια ἀγαθά. Καὶ λυτροῦται.

Καὶ χαίρει «χαρᾷ ἀνεκλαλήτῳ καὶ δεδοξασμένῃ». Καὶ εὐαγγελίζεται εἰς τοὺς λαοὺς τὸ ὀρθοδόξως ἑρμηνευθὲν Εὐαγγέλιον τῆς σωτηρίας καὶ πρὸς τοὺς ἀνευαγγελίστους καὶ πρὸς τοὺς διαστρέψαντας τὸν λόγον τοῦ Θεοῦ… Εἰς Καθολικούς, λεγομένους, εἰς Προτεστάντας, πρὸς πάντας αἱρετικούς, ὁδηγουμένους εἰς ἀπώλειαν…

Αὐτὰ τὰ ὑπέρτιμα καὶ θεοδώρητα ἀγαθὰ τῆς ἀσπίλου καὶ ἀμώμου καὶ ἀχράντου Ὀρθοδοξίας μας, δὲν τὰ εὑρίσκει κανεὶς οὔτε εἰς τὸν Καθολικισμὸν οὔτε εἰς τὸν Προτεσταντισμόν. Διότι καὶ ὁ ἕνας καὶ ὁ ἄλλος, ἀφοῦ παρεξέκλιναν ἀπὸ τὴν μοναδικὴν βασιλικὴν ὁδόν, ἐνέπεσαν εἰς ληστάς: «Οἵ καὶ ἐκδύσαντες αὐτοὺς τῆς χάριτος καὶ πληγάς ἐπιθέντες ἀμφιβολίας καὶ ἄγχους ἀπῆλθον ἀφέντες ἡμιθανεῖς τυγχάνοντας  ἐν ἀπιστίᾳ!»…

Καὶ λησταὶ εἶναι ἡ φιλοσοφία καὶ ὁ ὀρθολογισμός. Πουθενὰ δὲν ὑπάρχει τόση ταραχή, τόση σύγχυσις, τόση ἀβεβαιότης, ὅσον εἰς τὰς ταλαιπώρους αὐτάς, πάλαι ποτέ, ἀδελφάς Ἐκκλησίας… Τὸ ἄγχος, ὅπερ κατεκάλυψεν ὅλον τὸν δωδέκατον αἰῶνα, ἐκαλλιέργησεν ἐπιμελῶς ὁ Λατινισμός…

Ὁ Μοναχισμὸς των, εἰς μὲν τὸν Προτεσταντισμὸν κατηργήθη ὡς ἄχρηστος! Εἰς δὲ τὸν Καθολικισμὸν μετεβλήθη εἰς τάγματα δράσεως, σαρκικά, ὑλιστικά, ὑπηρετοῦντα τοὺς ἐγκοσμίους σκοποὺς τοῦ Παπισμοῦ, πρὸς καθυπόταξιν τῶν πάντων ὑπὸ τοὺς ἁγίους του πόδας…

Τί σημαίνουν ὅλα αὐτά, ἂν ὄχι σκότος διανοίας καὶ ψυχῆς, ἀξιοθρήνητον κατολίσθησιν, ἔξαρσιν τῆς σαρκικῆς ζωῆς, λήθην τῶν ἄνω, ἀγάπην τῶν κάτω, ἀναισθησίαν πρὸς πᾶν θεῖον, ἀπιστίαν, νεκρότητα;… Καὶ τὸ τραγικώτερον.

Ὑπάρχει τόση ἄγνοια διά τὴν συμφορὰν των, ὥστε ὄχι μόνον νὰ μὴ τὴν ὑποψιάζωνται, ἀλλὰ καὶ θρασέως νὰ ἀξιοῦν ὄχι ἁπλῶς φιλίαν μεθ᾽ ἡμῶν, Ὀρθοδόξων ὄντων, ἀλλὰ καὶ συμμόρφωσιν πρὸς τὴν νεκρὰν των ζωήν, ἀλλὰ καὶ ἀναγνώρισιν τῆς ὑπεροχῆς των, ἀλλά καὶ ἐνσωμάτωσιν πρὸς ἀφομοίωσιν καὶ τελείαν ἐξαφάνισίν μας.

Μοναχός Θεόκλητος Διονυσιάτης

 

«Άγγελος πρωτοστάτης ουρανόθεν επέμφθη ειπείν τη Θεοτόκω το Χαίρε»

Είναι γνωστό σε όλους ότι το ιστορικό υπόβαθρο του Ακαθίστου Ύμνου βρίσκεται στις αρχές του 7ου αι., όταν η Κωνσταντινούπολη σώθηκε με την επέμβαση της Θεοτόκου από τις επιθέσεις των Αβάρων. Το θεολογικό υπόβαθρο όμως και μάλιστα της πρώτης στάσης των Χαιρετισμών βρίσκεται στον Ευαγγελισμό της Παναγίας: την κλήση της από τον αρχάγγελο Γαβριήλ να γίνει η μητέρα του Θεού ως ανθρώπου. Και τον Ευαγγελισμό τονίζουν όλοι οι οίκοι της πρώτης στάσης. Ο πρώτος μάλιστα οίκος δείχνει πολύ καθαρά το νόημα των Χαιρετισμών: Άγγελος πρωτοστάτης, δηλαδή ο αρχάγγελος Γαβριήλ, στάλθηκε από τον Ουρανό, από τον Τριαδικό Θεό, να πει στη Θεοτόκο το Χαίρε. Η φράση αυτή αποτελεί το κλειδί θα λέγαμε για την κατανόηση όλων των Χαιρετισμών, όπως και μας διαμορφώνει συγκεκριμένη συμπεριφορά απέναντι στον Θεό μας.

 

  1. Το Χαίρε προς την Θεοτόκο δεν το εφεύρε ανθρώπινος νους. Μπορεί τους Χαιρετισμούς να τους έγραψε ανθρώπινο χέρι (δεν έχει σημασία αν ήταν του Πατριάρχη Σεργίου, του ποιητή Γεωργίου ή άλλου), αλλά εκείνος που τους δίδαξε ήταν άγγελος Κυρίου: ο Γαβριήλ απευθύνεται στην Παναγία κατά τον Ευαγγελισμό της με τα γνωστά λόγια: «Χαίρε Κεχαριτωμένη ο Κύριος μετά Σου».

 

  1. Κι είναι χαρακτηριστικό ότι ο Γαβριήλ δεν ήταν απλός άγγελος.«Πρωτοστάτης» άγγελος, αρχάγγελος, στάλθηκε προκειμένου να μεταφέρει το μήνυμα στη Θεοτόκο, πράγμα που σημαίνει ότι λόγω της σπουδαιότητος του μηνύματος: του ερχομού του ίδιου του Θεού στον κόσμο,  έχουμε και σπουδαίο αγγελιοφόρο. Όπως συμβαίνει και με τα ανθρώπινα: όταν έχουμε σπουδαία και σημαντικά γεγονότα όχι απλός εκπρόσωπος του κράτους, αλλά ο ίδιος ο υπουργός ή ο πρωθυπουργός ή και ο Πρόεδρος ακόμη απευθύνεται με μήνυμα στον λαό, έτσι και εδώ. Η σπουδαιότητα λοιπόν του μηνύματος εξηγεί και την παρουσία του Πρωτοστάτη αγγέλου.

 

  1. Μα τελικώς ούτε κι ο αρχάγγελος είναι ο «εφευρέτης» των Χαιρετισμών της Παναγίας. Γιατί δεν ήλθε από μόνος του ο Γαβριήλ. «Ουρανόθεν επέμφθη», που σημαίνει ότι ο ίδιος ο Θεός μας τον έστειλε να χαιρετίσει την Παναγία, συνεπώς ο χαιρετισμός σ’ Αυτήν είναι η στάση του Θεού έναντι της κόρης της Ναζαρέτ. Έτσι οι Χαιρετισμοί δεν είναι απλώς η έκφραση της αγάπης μας, ημών των πιστών, απέναντι στη Μάνα του Θεού μας, αλλά η συμμετοχή και η συστράτευσή μας στην κίνηση και την ενέργεια του Θεού και των Αγγέλων έναντι Αυτής. Με τους Χαιρετισμούς δηλαδή φανερώνουμε όχι μόνο ότι τιμούμε την Παναγία, αλλά και ότι πιστεύουμε στον Τριαδικό Θεό μας. Άνθρωπος που αρνείται το Χαίρε στην Παναγία γίνεται τελικώς θεομάχος.

 

  1. Τι είλκυσε τον Θεό σε μία τέτοια στάση έναντι μίας μικρής κόρης; Ασφαλώς η πίστη της κι η υπακοή της σ’ Εκείνον, η αγνότητα της ζωής της, η μεγάλη της ταπείνωση. Όλη η ζωή της Παναγίας συνιστά έναν α ι  στο θέλημα του Θεού. «Ιδού η δούλη Κυρίου, γένοιτό μοι κατά το ρήμα Σου». Ο ίδιος ο λόγος του Θεού ήδη από την Παλαιά Διαθήκη δεν αποκαλύπτει ότι ο Θεός επιβλέπει πάντοτε προς τον αγνό και υπάκουο στο θέλημά Του άνθρωπο; «Προς τίνα επιβλέψω αλλ’ ή επί τον ταπεινόν και ησύχιον, και ακούοντά μου τους λόγους και τρέμοντα αυτούς;» Όπου λοιπόν υπάρχει άνθρωπος που βρίσκεται σε ετοιμότητα αποδοχής του θελήματος του Θεού εν ταπεινώσει, βλέπει τον Θεό να τον σκέπει και να του προσφέρει πλούσια τη χάρη Του, κι ακόμη ο Παντοδύναμος να υπηρετεί και να χαιρετίζει το πλάσμα Του! Γιατί ο άνθρωπος αυτός Του προκαλεί την πιο μεγάλη χαρά.  Και τέτοιος άνθρωπος κατά μοναδικό τρόπο υπήρξε η πάναγνη κόρη της Ναζαρέτ, η ζωή της οποίας ήταν μία αδιάκοπη χαρά και ευαρέσκεια σ’ Εκείνον.

 

Χαιρετίζουμε λοιπόν την Παναγία μας με την αγαπημένη ακολουθία των Χαιρετισμών, ομολογώντας ταυτόχρονα και την πίστη μας στην Αγία Τριάδα.  Αλλά κατανοούμε ότι δεν φτάνει μόνο η δοξολογική διάθεσή μας απέναντί της κι απέναντι στον Θεό μας. Το σημαντικότερο είναι η ευθύνη που μας προκαλεί η ζωή της. Γιατί είμαστε κλημένοι κι εμείς να ζούμε με αντίστοιχο προς τον δικό της τρόπο ζωής, που θα πει να ζούμε με τέτοια καθαρότητα, πίστη και υπακοή στον Θεό, ώστε ανά πάσα στιγμή η παρουσία μας να αποτελεί πρόκληση χαράς για Εκείνον. Αλλά να χαίρεται ο Θεός για εμάς τι άλλο θα σημαίνει κατά το πρότυπο της Παναγίας μας από τη χάρη του «μορφωθήναι Χριστόν (και) εν ημίν

παπα Γιώργης Δορμπαράκης

Εις την Κυριακήν της Τυρινής

Σήμερα εἶναι ἡ Κυριακή ἡ πρό τῆς Μεγάλης Τεσσαρακοστῆς. Ἀπό αὔριο ἀρχίζει ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ περίοδος τῆς νηστείας, τῆς ἀσκήσεως καί τῆς πιό ἐντατικῆς προσευχῆς. Ἡ Ἐκκλησία σήμερα μᾶς ὑπενθυμίζει τήν ἐξορία τῶν Πρωτοπλάστων ἀπό τόν Παράδεισο. Πῶς, ἐνῶ μέσα στον Παράδεισο ἦσαν εὐτυχισμένοι, γιατί ζοῦσαν μέ ἀγάπη, ἀγαπώντας τόν Θεό καί ἀγαπώντας ὁ ἕνας τόν ἄλλον, ὅταν ἄφησαν νά μπεῖ μέσα τους ὁ ἐγωισμός μέ τήν παρακοή πού ἔκαναν στόν Οὐράνιο Πατέρα τους, ἀπό ἐκείνη τήν ὥρα δέν μποροῦσαν πιά νά ζοῦν μέσα στόν Παράδεισο. Ἄν ὁ Παράδεισος εἶναι ἡ ἀγάπη πρός τόν Θεό καί πρός τους ἀνθρώπους, ἡ ἀπομάκρυνση ἀπό τήν ἀγάπη εἶναι ἡ ἐξορία ἀπό τον Παράδεισο. Μόλις λοιπόν ἀντικατέστησαν τόν νόμο τῆς ἀγάπης μέ τόν νόμο τοῦ ἐγωισμοῦ, ἔπεσαν ἀπό τήν Χάρη πού τούς εἶχε δώσει ὁ Θεός. Καί, ὅπως λένε πολύ ὡραία οἱ ὕμνοι τῆς Ἐκκλησίας, ἐνῶ πρῶτα ἦσαν ντυμένοι μέ μία θεοΰφαντο στολή -καί αὐτή ἡ στολή ἦταν ἡ Χάρη τοῦ Θεοῦ (Τριώδιον, β ́ στιχηρόν ἐσπερίων Κυριακῆς τῆς Τυρινῆς)-, μόλις ἁμάρτησαν, αὐτή ἡ ὡραία στολή πού φοροῦσαν ἔφυγε ἀπό πάνω τους καί ἔμειναν γυμνοί. Και τότε ντύθηκαν μία ἄλλη στολή, πού δέν ἦταν ὡραία καί λαμπρή, ἀλλά ἦταν ἀποτρόπαια καί φοβερή. Καί αὐτή ἡ στολή ἦταν ἡ νέκρωση.

Διότι ἅπαξ καί ἁμάρτησαν, δηλαδή ἔβγαλαν τήν ἀγάπη και τόν Θεό ἀπό τή ζωή τους, ἦταν φυσικό νά πεθάνουν. Δέν θά πέθαιναν οἱ Πρωτόπλαστοι, ἐάν δεν εἶχαν ἁμαρτήσει. Μόλις ἁμάρτησαν, ἄρχισαν νά μπαίνουν στή διαδικασία τῆς φθορᾶς καί τοῦ θανάτου. Καί, ὅπως λέγουν πολύ ὡραία οἱ ἅγιοι Πατέρες, πῶς ἦταν δυνατό νά μήν πεθάνη ὁ ἄνθρωπος, ὅταν χωρίστηκε ἀπό τον Θεό; Ὁ Θεός εἶναι ἡ ἀληθινή ζωή τῶν ἀνθρώπων. Ἄν χωριστῆς ἀπό τόν Θεό, εἶναι ἀναπόφευκτο νά πεθάνης («Ὅσον γάρ ἀφίστατο τῆς ζωῆς, τοσούτον προσήγγιζε τῷ θανάτῳ. Ζωή γάρ ὁ Θεός, στέρησις δέ τῆς ζωῆς θάνατος. Ὤστε ἑαυτῷ τόν θάνατον ὁ Ἀδάμ διά τῆς ἀναχωρήσεως τοῦ Θεοῦ κατεσκεύασε, κατά το γεγραμμένον·  ̋ὅτι ἰδού οἱ μακρύνοντες ἑαυτούς ἀπό σοῦἀπολοῦνται ̋ », Μ. Βασιλείου ἔργα, «Ὅτι οὐκ ἔστιν αἴτιος τῶν κακῶν ὁ Θεός», ΕΠΕ, Θεσσαλονίκη, 1973, τόμ. 7, & 7, σ. 110). Πῶς μπορεῖς νά ζῆς χωρίς τήν ἀληθινή Ζωή;

 

Καί ἔκτοτε ἀρχίζει ἡ μεγάλη ταλαιπωρία τοῦ ἀνθρωπίνου γένους· ἀρχίζουν οἱ δοκιμασίες καί τά βάσανα τῶν ἀνθρώπων. Καί ἐμεῖς σήμερα εἴμαστε ἐξόριστοι· δέν εἴμαστε στόν Παράδεισο. Ἀλλά ἔχουμε μία ἰδιαίτερη εὐλογία, ὅτι ὁ Οὐράνιος Πατέρας μας μᾶς εὐσπλαγχνίστηκε· μᾶς ἔστειλε τόν Μονογενῆ Του Υἱό, τόν Σωτῆρας μας Χριστό, γιά νά μᾶς ἐπαναφέρη στόν Παράδεισο. Καί γιά νά μᾶς ἐπαναφέρη ὁ Χριστός στόν Παράδεισο, ἔπρεπε νά γίνη ἄνθρωπος, ἔπρεπε νά ταπεινωθῆ, ἔπρεπε νά σταυρωθῆ, ἔπρεπε νά ἀναστηθῆ. Τώρα γνωρίζουμε ὅλοι τόν δρόμο πού θά μᾶς ξαναφέρη στόν Παράδεισο. Αὐτός ὁ δρόμος εἶναι ὁ Σταυρός καί ἡ Ἀνάσταση τοῦ Χριστοῦ.

Καί ἐμεῖς, ἄν συμμεριστοῦμε στή ζωή μας τόν Σταυρό τοῦ Χριστοῦ, συμμετέχουμε καί στην Ἀνάστασή Του, καί ἀπό τώρα μποροῦμε νά γευθοῦμε τήν πιο ἀληθινή χαρά, τήν πρόγευση τοῦ Παραδείσου. Δέν εἴμαστε ἀπελπισμένοι, ὅπως οἱ ἄνθρωποι πού δέν ἔχουν Χριστό. Ἔχουμε ἐλπίδα, ὅτι ὁ Χριστός ἄνοιξε τόν Παράδεισο καί θά μποῦμε κι ἐμεῖς μέσα σ’ αὐτόν. Καί ὄχι μόνο θά μποῦμε στό μέλλον, ἀλλά ἀπό τώρα μποροῦμε νά ἔχουμε την χαρά καί τήν ἐλπίδα ὅτι ὁ Παράδεισος μᾶς ἀνήκει. Γι’ αὐτό οἱ ἀληθινοί Χριστιανοί ὅσες δοκιμασίες καί βάσανα καί ἄν ἔχουν στή ζωή τους, κατά βάθος ἔχουν μία ἀληθινή χαρά, γιατί ξέρουν ὅτι εἶναι προορισμένοι γιά τόν Παράδεισο, γιά τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ἀλλά ὁ Παράδεισος κερδίζεται μέ τόν ἀγῶνα τοῦ καθενός ἀπό ἐμᾶς. Πρέπει νά ἀγωνισθοῦμε γιά τόν Παράδεισο, πρέπει νά νικήσουμε τόν ἐγωϊσμό μας, νά βασιλεύση μέσα μας ἡ ἀγάπη τοῦ Θεοῦ, καί τότε εἴμεθα ἄξιοι γιά τόν Παράδεισο, καί τότε θά κληρονομήσουμε τόν Παράδεισο. Καί ἡ Μεγάλη Τεσσαρακοστή αὐτό το νόημα ἔχει· νά μᾶς βοηθήσει μέ την ἄσκηση, μέ τή νηστεία, μέ τήν προσευχή νά ἀγωνισθοῦμε κατά τῶν παθῶν μας καί τοῦ ἐγωϊσμοῦ μας, καί ἔτσι νά ἔχουμε ἐλπίδα ὅτι θά κληρονομήσουμε τόν Παράδεισο, τή Βασιλεία τῶν Οὐρανῶν.

Ἄς ὑποδεχθοῦμελοιπόν μέ χαρά τήν Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ ὁποία θά μᾶς φέρη πιό κοντά στόν Χριστό, ἡ ὁποία θα μᾶς γεμίση μέ χαρά πνευματική καί θά μᾶς βοηθήση νά ἀγαπήσουμεπιό πολύ τόν Χριστό, τόν Θεό Πατέρα καί τούς συνανθρώπους μας.

[Ἀπό τό βιβλίο τοῦ Ἀρχιμ. Γεωργίου (Καθηγουμένου Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου), Ὁμιλίες σέ ἑορτές τοῦ Τριωδίου καί περί ἀρετῶν (τῶν ἐτῶν 1981-1991) Γ ́, ἐκδ. Ἱερᾶς Μονῆς Ὁσίου Γρηγορίου Ἁγίου Ὄρους, σ. 106-109]

Μνήμη της Κρίσεως του Θεού

Στη Μέλλουσα Κρίση, στα χέρια μας είναι να ελεηθούμε, αν δηλαδή ελεούμε ό,τι δεν έκανε ο πλούσιος της παραβολής (Λουκ. 16.19-31). «Ο εάν τις έκαστος ποιήση αγαθόν, τούτο κομιείται παρά του Κυρίου» (Εφ. 6.8). Άρα δεν αρκεί να επαναπαυόμαστε και να εφησυχάζουμε με το νανούρισμα «Δεν κάνω κακό σε κανένα». Ο πλούσιος δεν γράφει ότι έκανε κακό στον Λάζαρο, αλλά ότι δεν του έκανε καλό μα θέλεις μεγαλύτερο κακό από την ασπλαχνία; Το ίδιο και οι καταραμένοι του ευαγγελίου της Κρίσεως, που κατέληξαν «εις το πυρ το αιώνιον το ήτοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού». Δεν είχαν βλάψει κατά τον ανθρώπινο νόμο ήσαν εντάξει, όχι όμως και κατά τον θείο.

Συνεπώς η διδαχή περί δικαιοσύνης Θεού δεν αρκείται σε μια ουδέτερη θεώρηση και αντιμετώπιση, του τύπου «Δεν έκλεψα, δεν σκότωσα, ούτε απάτησα ούτε καταχράσθηκα ούτε καταπίεσα τους αδύνατους ούτε παρέσυρα άλλους στην αμαρτία. Θεέ μου δεν έβλαψα, μη με βλάψεις»!

Άλλωστε εκτός από τη σχέση με τον πλησίον υπάρχουν και οι σχέσεις με τον Θεό και οι σχέσεις με τον εαυτό μας. Τι γίνεται στο πεδίο της καρδιάς αναφορικά και με τις τρεις σχέσεις; Χάος. Δεν φτάνει άρα μια χονδροειδaής στάση «Δεν σκότωσα, δεν έκλεψα». Είδαμε ότι εγκαλείται με βαρύτατες κυρώσεις ποινών η παράλειψη καθήκοντος.

Να και εδώ η πνευματικότητα του Χριστιανισμού. Θα κριθούν όχι μόνο οι κακουργίες αλλά και οι ελλείψεις του καλού. Να η υπεροχή της θείας δικαιοσύνης έναντι της ανθρώπινης. Ο άσπλαγχνος λ.χ. σύμφωνα με τη δεύτερη δεν έχει πρόβλημα, δεν αντιμετωπίζει κατηγορία, ενώ κατά την πρώτη είναι για το «πυρ το αιώνιον», αφού όλοι είμαστε αδελφοί, μια οικογένεια· δεν πάει κάποιος να ευπραγεί «καθ’ ημέραν λαμπρώς», όταν οι άλλοι υποφέρουν.

Ας μην αυταπατηθεί κανείς και νομίσει ότι είναι εντάξει απέναντι στη θεία δικαιοσύνη, δικαιολογούμενος ότι δεν είναι πλούσιος. «Εδώκατέ μοι φαγείν» γράφει το Ευαγγέλιο της Κρίσεως. Δεν γράφει «μου δώσατε αυτοκίνητο» ή άλλα πολύτιμα. Κανείς δεν μπορεί να πει «Δεν έχω τι να δώσω». Δεν έχεις ρούχο; έχεις φαγητό. Δεν έχεις φαγητό; έχεις νερό. Δεν έχεις τίποτε υλικό; Έχεις πόδια και χρόνο για να επισκεφθείς τον φυλακισμένο ή τον ασθενή και να τον υπηρετήσεις. Έχεις γλώσσα να παρηγορήσεις τον θλιμμένο –όλα όσα γράφει το ευαγγέλιο της Κρίσεως, υλικά και πνευματικά βοηθήματα. Πεινά για αλήθεια και διψά ο κόσμος για πνεύμα, γυμνός αρετών και ιδεωδών, άρρωστος ψυχικά και φυλακισμένος στα πάθη του.

Κάποτε, στην απώτατη αρχαιότητα, ο Θεός κατέβηκε στο Σινά μέσα από ηχήσεις σαλπίγγων, μέσα από κεραυνούς, σεισμούς και λοιπά τρομακτικά φυσικά φαινόμενα, και ενεχείρισε στον Μωυσή και στους ανθρώπους τον Νόμο Του: Η πρώτη επίσημη γραπτή νομική επαφή Θεού – ανθρώπων.

Στο μέλλον, στη Β’ Παρουσία, ο Ύψιστος θα κατεβεί μέσα από τρομακτικά επίσης φαινόμενα, όπως τα περιγράφουν ο Δανιήλ (7.9-14) και ο απόστολος Πέτρος (Β’ Πέτρ. 3.10).

Θα έρθει να ζητήσει τον Νόμο, την εφαρμογή του. Δυο δε είναι οι κυριώτερες εντολές Του, όπως δίδαξε ο Ιησούς, η αγάπη προς τον Θεό και η αγάπη προς τον πλησίον. «Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται» (Ματθ. 22.37-41). Στην Α’ Παρουσία Του ο Χριστός δεν ήρθε για να κρίνει, αλλά για να σώσει τον κόσμο, καθώς φανέρωσε ο Ίδιος (Ιω. 12.47). Θα έρθει όμως για δεύτερη φορά, τώρα «κρίναι ζώντας και νεκρούς», όπως ομολογούμε στο Σύμβολο της Πίστεως, και αυτή θα είναι και η τελευταία νομική επαφή Θεού – ανθρώπων.

Πώς είναι όμως δυνατό τούτο; Για τους καταδικασμένους έστω, το καταλαβαίνουμε. Θα παραδοθούν πια στην πλήρη κατοχή και επικράτεια των δαιμόνων, χωρίς καμιά ελπίδα επαφής πλέον με τη Θεότητα.

Οι δίκαιοι όμως; Ναι, και γι’ αυτούς θα είναι η Κρίση η τελευταία νομική επαφή με τον Θεό, γιατί στο εξής θα έχουν άλλη σχέση μαζί Του, σχέση αγαπητική, υιοθεσίας, χάριτος –το «δικαίω νόμος ου κείται» (Α’ Τιμ. 1.9) σε ολοκληρωτική έννοια.

«Το πυρ το αιώνιον» είναι «ητοιμασμένον τω διαβόλω και τοις αγγέλοις αυτού», όχι για τους ανθρώπους, αλλά δυστυχώς αυτοί το επιζητούν και το προξενούν μόνοι τους. Μοιάζει με τα ναρκωτικά. Όταν ο εξαρτημένος, ο δούλος τους δεν πάρει στην ώρα του τη δόση του, γίνεται μανιακός, τα σπάζει όλα.

Πριν από λίγα χρόνια χτύπησε άγρια την πόρτα ενός ερημητηρίου στο Άγιον ‘Ορος κάποιος νέος. Του άνοιξαν. Ήταν βουτηγμένος στα αίματα. Ήταν καλοκαίρι, δεν είχε μανίκια και τα δυό του χέρια ήσαν χαραγμένα με επάλληλες εντομές που αιμορραγούσαν!

Σε έξαλλη κατάσταση, με τα μάτια έξω, χειρονομώντας και φωνάζοντας ζητούσε φάρμακα ναρκωτικά, έστω ηρεμιστικά.

Οι πατέρες, σπάραξε η καρδιά τους. Βρήκαν και του έδωσαν ενάμισυ φιαλίδιο αντιβηχικό, που περιείχε κωδεΐνη. Το ρούφηξε απνευστί αυτοστιγμή. Ζήτησε και άλλα, λέγοντας ότι η δόση του ισοδυναμούσε με δέκα φιαλίδια και οι οδηγίες του φαρμάκου συνιστούσαν να μην υπερβαίνεται η ημερήσια δόση, τρία κουτάλια…

Σπάραξε η καρδιά τους. Η έλλειψη του αφιονιού τον είχε αφηνιάσει. Είχε γίνει ο δαιμονιζόμενος του κατά Μάρκον, ο «κράζων και κατακόπτων εαυτόν» περιφερόμενος στα όρη (5.5).

Αυτή είναι η Κόλαση: το άλγος του καταπληγωμένου σώματος, και πολύ περισσότερο ο αφόρητος βασανισμός των παθών. Τη δημιουργεί μόνος του ο άνθρωπος.

Νομίζουμε ότι στην αιωνιότητα η ψυχή, αποδεσμευμένη μάλιστα από τη γεώδη ύλη, θα έχει στον μέγιστο βαθμό τις αρετές (των ουρανοπολιτών της Βασιλείας) ή τις κακίες (των υποτελών των σκοτεινών δυνάμεων). Για παράδειγμα, το σώμα έχει όρια δυνατοτήτων της αμαρτίας: Θα γαστριμαργήσει ή θα πορνεύσει όσο αντέχει. Ενώ η ψυχή χωρισμένη πια από το σώμα θ’ αναπτύσσει τις κακίες στο έπακρο και θα τυραννείται από φλογερά πάθη ανικανοποίητα, σαν από έλλειψη της «ουσίας» στην νιοστή δύναμη. Ο διάβολος προσφέρει στον άνθρωπο πρόσκαιρη μικρή, βραχύβια ηδονή και μετά σκλαβώνει παντοτινά, είναι αδυσώπητος. Ο άνθρωπος λοιπόν, ελεύθερα προκαλεί εκβιαστικά τη θεία δικαιοσύνη.

Ας φοβηθούμε λοιπόν εκείνο το παγκοσμιώτατο, φοβερώτατο δικαστικό βήμα. Ας φοβηθούμε εκείνο το ακροτελεύτιο της σύνολης Βίβλου, την προαναγγελία του Κυρίου Ιησού «ναι, έρχομαι ταχύ» (Αποκ. 22.20). Και ας ευχηθούμε και ας προσευχηθούμε και ας αγωνισθούμε. Ας «βάλουμε αρχή» έστω από τώρα, ώστε η θεία δικαιοσύνη να μας κατατάξει «εκ δεξιών» «συν πάσι τοις αγίοις», ν’ ακούσουμε από τον Χριστό πασίχαροι «Δεύτε οι ευλογημένοι του Πατρός μου κληρονομήσατε την ητοιμασμένην υμίν βασιλείαν από καταβολής κόσμου (Ματθ. 25.34). Αμήν!

Ιερομόναχος Ιουστίνος

 

 

Ἡ μεγάλη ἀγάπη τοῦ Θεοῦ γιὰ τὸν ἄνθρωπο

Ἰωὴλ Φραγκάκος (Μητροπολίτης Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας)

‹‹Ὠργίσθη δὲ καὶ οὐκ ἤθελεν εἰσελθεῖν››

Ἡ παραβολὴ τοῦ ἀσώτου, ποὺ διαβάζεται σήμερα στὶς Ἐκκλησίες, χαρακτηρίζεται ἀπὸ τοὺς ἑρμηνευτὲς ὡς ἕνα μαργαριτάρι ἀνάμεσα στὶς παραβολὲς ἢ ὡς Εὐαγγέλιο ἀνάμεσα στὸ Εὐαγγέλιο. Μερικοὶ τὴν ὀνομάζουν παραβολὴ τοῦ πρεσβύτερου (μεγαλύτερου) υἱοῦ. Πράγματι, χαρακτηριστικὴ εἶναι ἡ στάση τοῦ πρεσβύτερου υἱοῦ, ὅταν ἦλθε στὸ σπίτι καὶ πληροφορήθηκε τὴν ἐπιστροφὴ τοῦ νεότερου ἀδελφοῦ του.Δὲν ἤθελε νὰ μπεῖ καὶ κατηγοροῦσε τὸν πατέρα του ὅτι τάχα τὸν ἀδικεῖ. Ἡ κατηγορία ἑστιαζόταν στὸ ὅτι αὐτὸς δούλευε νύχτα καὶ ἡμέρα καὶ δὲν ἀμειβόταν ἐπαρκῶς, σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἄσωτο υἱὸ ποὺ ἔφαγε τὸ βίο του μετὰ πορνῶν, καὶ στὸ τέλος, ὅταν γύρισε, ἔτυχε καὶ καλῆς ὑποδοχῆς. Ἂς δοῦμε τὸν πρεσβύτερο υἱὸ τῆς παραβολῆς.

Ποιὸς εἶναι ὁ πρεσβύτερος υἱός;

Οἱ περισσότεροι ἑρμηνευτὲς λέγουν πὼς ὁ μεγαλύτερος υἱὸς ἦσαν οἱ Φαρισαῖοι.Ἐπειδὴ οἱ τελῶνες κι οἱ ἁμαρτωλοὶ πλησίαζαν τὸν Χριστὸ καὶ Τὸν ἄκουγαν, καὶ προφανῶς μερικοὶ μετανοοῦσαν, αὐτὸ δὲν ἄρεσε στοὺς Φαρισαίους.‹‹Διεγόγγυζον οἳ τε Φαρισαῖοι καὶ οἱ γραμματεῖς λέγοντας ὅτι οὗτος ἁμαρτωλοὺς προσδέχεται καὶ συνεσθίει αὐτοῖς›› (Λουκ.15,2). Ἡ κατηγορία αὐτὴ ἐναντίον τοῦ Χριστοῦ ἦταν μόνιμη καὶ διαρκῆς, γι’ αὐτὸ καὶ ὁ Χριστὸς μὲ τέτοιου εἴδους παραβολές, ὅπως τοῦ χαμένου προβάτου καὶ τῆς χαμένης δραχμῆς, προσπάθησε νὰ τοὺς ἀλλάξει τὴν ἀντίληψη. Ὁ ἱερὸς Χρυσόστομος γράφει πὼς ‹‹πάντα ἐστὶν φορητὰ διὰ τὴν σωτηρία τοῦ ἀδελφού››, δηλ. ὅλα εἶναι ἐπιτρεπτὰ γιὰ τὴ σωτηρία τοῦ ἀδελφοῦ μας. Τόσο περισπούδαστη εἶναι ἡ ψυχὴ κάθε ἀνθρώπου ἀπέναντι στὸ Θεό, ὥστε νὰ θυσιάσει καὶ τὸν Υἱό Του, τὸ μόσχο τὸ σιτευτό, γιὰ τὴ σωτηρία μας.

Μία ἄλλη ἑρμηνεία τοῦ πρεσβύτερου εἶναι καὶ ἡ ἀκόλουθη. Ὁ υἱὸς αὐτὸς συμβολίζει τοὺς Ἁγίους τῆς Ἐκκλησίας μας. Οἱ Ἅγιοι αὐτοί, ποὺ βάσταξαν τὸ βάρος καὶ τὸν καύσωνα τῆς ἡμέρας καὶ ποὺ δούλεψαν στὸν ἀμπελώνα τοῦ Κυρίου ἀπ’ τὴν πρώτη ὥρα, αὐτοὶ ποὺ ὑπάκουσαν στὶς ἐντολὲς τοῦ Θεοῦ, ἀπαιτοῦν νὰ ἐφαρμοσθεῖ δικαιοσύνη. Νὰ ἀμείψει ὁ Θεὸς τοὺς εὐσεβεῖς ἢ νὰ καταδικάσει τοὺς ἀσεβεῖς. Οἱ Ἅγιοι μένουν κατάπληκτοι μπρὸς στὴ μεγάλη εὐσπλαχνία τοῦ Θεοῦ, ὁ ὁποῖος συγχωρεῖ ἀμέσως αὐτοὺς ποὺ ἐπιστρέφουν μετανοώντας σ’Αὐτόν. Μάλιστα τοὺς δίνει τὰ ἴδια δῶρα ποὺ χαρίζει καὶ στοὺς Ἁγίους. Σὰν νὰ διαμαρτύρονται οἱ Ἅγιοι (παραβολικὰ βέβαια ὅλα αὐτὰ κι ὄχι πραγματικά), ποὺ ὁ Θεὸς δείχνει μία ‹‹σκανδαλιστική›› συμπεριφορὰ ἐλέους καὶ εὐσπλαχνίας στοὺς ἁμαρτωλούς. Ἀποδεικνύεται ἔτσι πὼς ἡ δικαιοσύνη τῶν ἀνθρώπων εἶναι διαφορετικὴ ἀπὸ τὴ δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ.

Μία παρανόηση τῶν εὐσεβῶν ἀνθρώπων

Πολλὲς φορὲς οἱ ἄνθρωποι ποὺ ἐργάζονται πνευματικὰ μέσα στὴν Ἐκκλησία, αἰσθάνονται μία ὑπεροχὴ ἀπέναντι στοὺς ἁμαρτωλοὺς καὶ δὲν μποροῦν νὰ παραδεχθοῦν πῶς μπορεῖ κι οἱ ἁμαρτωλοὶ νὰ μετανοήσουν καὶ νὰ ἀλλάξουν ζωὴ καὶ στὸ τέλος νὰ σωθοῦν. Νομίζουν πὼς ἔχουν περισσότερα δικαιώματα ἀπὸ τοὺς ἁμαρτωλοὺς ἀπέναντι στὸ Θεό. Ἔχουν, λένε, κάνει καλὰ ἔργα καὶ δὲν πρόδωσαν ποτὲ τὴν ἐμπιστοσύνη τους στὸ Θεό. Ὅμως ἔρχεται ὁ Κύριος καὶ τονίζει πὼς ἡ μετάνοια εἶναι πιὸ σπουδαία ἐργασία ἀπὸ τὰ νομιζόμενα καλά μας ἔργα. Ἡ σωτηρία τοῦ ἀνθρώπου, λέγει ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἀλεξανδρείας, εἶναι χάρισμα τοῦ Θεοῦ στὸν ἄνθρωπο καὶ δὲν εἶναι ἀποτέλεσμα πολλῶν ἢ λίγων καλῶν πράξεων.

Ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ ἀνθρώπου, ποὺ κρίνει καὶ καταδικάζει σύμφωνα μὲ αὐτὰ ποὺ βλέπει, καὶ ἄλλα τὰ μέτρα τοῦ Θεοῦ. Σύμφωνα μὲ τὰ ἀνθρώπινα κριτήρια ὁ ληστὴς ἢ ἡ πόρνη ἢ ὁ τελώνης ἢ καὶ πολλοὶ ἄνθρωποι δὲν πρέπει νὰ σωθοῦν. Ὁ Θεὸς ὅμως μὲ τὴν ἀπέραντη ἀγάπη Του καὶ μὲ τὸ μέτρο τῆς δικαιοσύνης Του τοὺς σώζει. Ὁ ἀββᾶς Ἰσαὰκ ἔλεγε: ‹‹Μπορεῖ ὁ θεὸς νὰ ὀνομάζεται δίκαιος, ἀλλὰ περισσότερο εἶναι χρηστὸς καὶ ἀγαθός››. Ἀπὸ μᾶς ζητάει νὰ Τοῦ δώσουμε τὸν ἑαυτό μας. Νὰ Τοῦ δώσουμε ὅλην τὴν πνευματικὴ ἰκμάδα καὶ ζωντάνια μας. Ἕνας ἀναστεναγμὸς ἔχει μεγαλύτερη βαρύτητα, ὅταν προέρχεται ἀπὸ τὸ βάθος τῆς καρδιᾶς μας, παρὰ ἕνα δοχεῖο συναισθηματικὰ δάκρυα, ἔλεγε ὁ Γέροντας Παίσιος. Ἂς πλησιάσουμε τὸν Θεὸ μὲ ταπείνωση καὶ μὲ διάθεση συντριβῆς τοῦ ἐγωισμοῦ μας, γιὰ νὰ σωθοῦμε.

—————————————————-

Αββάς Βαρσανούφιος: Η ταπεινοφροσύνη και η τέλεια προσευχή.

Ερώτηση του ίδιου προς τον ίδιο το μεγάλο Γέροντα:

Σε παρακαλώ, Πάτερ, πες μου πως αποκτά κάποιος την ταπεινοφροσύνη ή την τέλεια προσευχή; Και τι να κάνει κανείς για να αποφύγει το ρεμβασμό; Επίσης πες μου αν είναι συμφέρον να διαβάζω Πατέρες.

Απόκριση

Την απόκτηση της ταπεινοφροσύνης, αδελφέ, τη δίδαξε ο Κύριος λέγοντας: «Μάθετε από μένα ότι είμαι πράος και ταπεινός στην καρδιά και θα βρείτε ανάπαυση στις ψυχές σας», [Μάθετε ἀπ’ ἐμοῦ, ὅτι πρᾷός εἰμι καὶ ταπεινὸς τῇ καρδίᾳ, καὶ εὑρήσετε ἀνάπαυσιν ταῖς ψυχαῖς ὑμῶν] (Ματθ. 11, 29).

Αν λοιπόν θέλεις να αποκτήσεις «τέλεια ανάπαυση», μάθε τι υπέμεινε ο Κύριος και υπόμεινε και συ το ίδιο. Κόψε σε όλα το θέλημά σου, διότι ο ίδιος είπε: «Κατέβηκα από τον ουρανό για να κάνω το θέλημα του επουράνιου Πατέρα μου και όχι το δικό μου» [Καταβέβηκα ἐκ τοῦ οὐρανοῦ οὐχ ἵνα ποιῶ τὸ θέλημα τὸ ἐμὸν, ἀλλὰ τὸ θέλημα τοῦ πέμψαντός με] (Ιωάν. 6, 38).

Αυτή είναι η τέλεια ταπεινοφροσύνη, το να βαστάς ύβρεις και εξευτελισμούς και όλα όσα έπαθε ο Διδάσκαλος μας ο  ̓Ιησούς.

Προσευχή δε τέλεια είναι το να μιλάς στο Θεό χωρίς ρεμβασμούς, το να συγκεντρώνεις συγχρόνως όλους τους λογισμούς και τις αισθήσεις, απερίσπαστα. Και εκείνο που οδηγεί τον άνθρωπο σ’ αυτή την κατάσταση είναι το να πεθάνει για κάθε άνθρωπο και για τον κόσμο και για όλα όσα υπάρχουν σ ̓ αυτόν.

Τίποτε δε περισσότερο δεν έχεις χρέος να λες στο Θεό στην προσευχή σου, παρά μόνο τούτο: «Απάλλαξε με από τον πονηρό. Ας γίνει το θέλημά σου σε μένα» [Ρύσαι με από του πονηρού. Γενηθήτω το θέλημα σου εν εμοί]. Και να θεωρείς ότι νοερώς παρίστασαι μπροστά στο Θεό και ομιλείς προς Αυτόν.

Τότε βέβαια αξιολογείται και θεωρείται η προσευχή αληθινή προσευχή, όταν είναι απερίσπαστη από ρεμβασμούς και όταν παρατηρεί ο προσευχόμενος ότι ευφραίνεται ο νους του φωτιζόμενος εν Κυρίω. Αλλά το σημείο που δείχνει πως τον άγγιξε ο Κύριος είναι το ότι δεν ταράσσεται, έστω και αν όλος ο κόσμος τον πειράξει.

Αυτός που προσεύχεται με τελειότητα είναι εκείνος που είναι νεκρός για τον κόσμο και για την ανάπαυση που χαρίζει σ’ αυτόν η ικανοποίηση της φιλαυτίας του. Και αν επιμελείται να κάνει άριστα το έργο του για το Θεό, αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ρεμβασμός, αλλά ζήλος και σπουδή, κατά το θέλημα του Θεού.

Και φυσικά είναι συμφέρον να διαβάζεις τους βίους των Πατέρων, διότι έτσι θα φωτιστεί ο νους σου με τη Χάρη του Κυρίου.


πηγή Βαρσανουφίου και Ιωάννου. Κείμενα διακριτικά και ησυχαστικά. (Ερωταποκρίσεις).
Τόμος Α΄ (1-218), Τόμος Β΄ (219-533), εκδ. 1996. Τόμος Γ΄ (534-841) εκδ. 1997.
Εκδόσεις Ετοιμασία, Ιεράς Μονής Προδρόμου, Καρέας.